Ή ο φόβος του τέλους του έρωτα. Δεν μπορούσα να διαλέξω ανάμεσα στους δύο τίτλους. Και αυτό γιατί νιώθω πως είναι κάπως ταυτόσημοι.
Παρατηρώντας το τι γίνεται με τις σχέσεις αυτή την εποχή,
δεν το κρύβω πως προβληματίζομαι. Προβληματίζομαι με το πόσες ανασφάλειες
έχουμε ως άνθρωποι, πόσο δυσκολευόμαστε να τις διαχειριστούμε και μάλιστα συχνά
δεν μπαίνουμε καν στη διαδικασία. Διότι η διαδικασία αλλαγής μίας κατάστασης γνώριμης
σε εμάς, είναι δύσκολη ακόμα κι αν ξέρουμε ότι μετά από αυτή θα βρούμε κάτι
καλύτερο. Οπότε επιλέγουμε το safe zone μας, το οποίο μπορεί να είναι τοξικό, ωστόσο δεν παύει να
είναι η ζώνη ασφαλείας μας γιατί… «αυτήν ξέρετε, αυτήν εμπιστεύεστε».
Είναι πολλές οι σκέψεις μου γι’ αυτό το θέμα και μπορώ να
αναφερθώ κυρίως στη γενιά μου γιατί αυτήν ζω, με αυτήν συναναστρέφομαι κυρίως
και μπορώ να την κατανοήσω καλύτερα. Να ξεκαθαρίσω ότι πρόκειται για προσωπικές
μου σκέψεις που προέρχονται από παρατήρηση, όχι για κάποια έρευνα.
Οι άνθρωποι, οι νέοι άνθρωποι, φοβούνται τα ίδια τους τα
συναισθήματα. Πολύ τα φοβούνται. Πόσω μάλλον όταν πρόκειται για ένα τόσο έντονο
συναίσθημα, όπως είναι ο έρωτας, που χάνεις τ’ αυγά και τα πασχάλια. Συχνά οι
άνθρωποι φεύγουν από σχέσεις ή από καταστάσεις που έχουν τις προοπτικές σχέσης
και ο λόγος είναι ότι δε θέλουν να αφεθούν. Διότι αν αφεθούν μπορεί να πληγωθούν
από τον εκάστοτε σύντροφο. Ή και να μην πληγωθούν εσκεμμένα, ο έρωτας μπορεί να
τελειώσει. Και μετά;
Σε αυτό το πλαίσιο, βρίσκουν ένα σορό δικαιολογίες, που
μπορεί βέβαια να μην είναι και τόσο δικαιολογίες, αλλά αδούλευτα θέματα. Κλασική
ατάκα που ακούγεται; «Είμαι σε μπερδεμένη φάση». Ναι, είναι αποδεκτό να είναι
κανείς σε μπερδεμένη φάση. Το πράγμα χαλάει αλλού. Συχνά παρατηρώ ότι άνθρωποι
πριν πετάξουν αυτή την ατάκα, έχουν δώσει δικαιώματα στον άλλο να νιώσει και να
πιστέψει ότι εδώ υπάρχει μέλλον.
Έχουμε και άλλες περιπτώσεις. «Είμαι σε μπερδεμένη φάση,
αλλά εσένα σε θέλω πολύ». Λίγο καψούρης να είναι ο άλλος, θα μείνει να δει εν
τέλει πόσο «πολύ» τον θέλουν.
Επί της ουσίας, μεγάλη μερίδα της γενιάς μου θέλει σχέση, χωρίς
να έχει σχέση. Και βολεύει. Περιορισμένο το συναίσθημα, ελευθερία… κινήσεων, αλλά
και μια αγκαλιά μαζί με καλό σεξ όταν υπάρξει η ανάγκη.
Θα μου πεις τώρα, τι μπαρούφες μας λες κουκλίτσα μου. Πώς
περιορίζεις το συναίσθημα, πώς το συγκρατείς αν γουστάρεις πραγματικά; Δυστυχώς
έχω να πω ότι γίνεται, το έχω κάνει κι εγώ η ίδια. Η γενιά μου έχει εκπαιδευτεί
σε αυτό. Συχνά «μυριζόμαστε» το… «ου μπλέξεις» και αν θέλουμε να μπλέξουμε, βάζουμε
task στον
εαυτό μας να καταφέρουμε να μη δεθούμε. Πολλές φορές το καταφέρνουμε. Γιατί είναι
η μία πλευρά που θέλει σχέση, χωρίς να έχει σχέση. Υπάρχει ωστόσο και η άλλη
πλευρά που θέλει ξεκάθαρα σχέση, πέφτει σε διαφορετικούς ανθρώπους που έχουν
πανομοιότυπη συμπεριφορά και έπειτα επιλέγει τη συγκράτηση αυτού του συναισθήματος
γιατί… νισάφι πια. Κάπως έτσι πάει ο συλλογισμός.
Σε κάθε περίπτωση, παρατηρώ πως κυρίαρχο συναίσθημα είναι ο
φόβος. Και θεωρώ ότι υπάρχει μεγάλη ανάγκη να τον διώξουμε αυτόν το φόβο. Να εξαφανίσουμε
τα κουτάκια που έχουμε στο μυαλό μας. Να εκφραζόμαστε. Να μιλάμε πρώτα στον
ίδιο μας τον εαυτό. Να λέμε τα συναισθήματά μας. Να αφηνόμαστε. Ναι, ο έρωτας είναι τρομακτικός για πολλούς λόγους. Όμως, πώς θα καταφέρουμε να σχετιστούμε πραγματικά και να συνδεθούμε με άλλους ανθρώπους;
Υ.Γ. Έμπνευση για το παραπάνω άρθρο αποτέλεσε τόσο το κείμενο
του Μάκη για το Ghosting,
όσο και το γεγονός ότι… μάτια έχω και βλέπω.








